Δημητσάνα | Το χωριό που τροφοδοτούσε μπαρούτι την Επανάσταση του 1821 (vid)

Η Δημητσάνα είναι χτισμένη σε μια ορεινή τοποθεσία, πάνω σε λoφοράχη και σε υψόμετρο 946 μέτρων, από τη μεσημβρινή πλευρά της οποίας παρέχεται θαυμάσια θέα της πεδιάδας της Μεγαλόπολης και του Ταΰγετου.

Αποτελεί έδρα του διευρυμένου δήμου Γορτυνίας, ενώ μέχρι πρόσφατα ήταν έδρα του Δήμου Δημητσάνας. Η ιστορία της αρχίζει κατά τους Ομηρικούς χρόνους, όταν στη θέση της βρισκόταν η μικρή αρκαδική πόλη Τεύθις.

Αποτελεί κοινότητα μαζί με τα χωριά Παλαιοχώρι, Καρκαλού και τις μονές Αιμυαλών και Φιλοσόφου, με συνολικό πληθυσμό 740 κατ. Προπολεμικά η Δημητσάνα είχε διπλάσιο πληθυσμό, το 1960 είχε 2.000, αλλά πολλοί Δημητσανίτες μετανάστευσαν κι εγκαταστάθηκαν στην Αμερική, την Αυστραλία και αλλού.

Η Δημητσάνα στα χρόνια της Οθωμανοκρατίας διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο με το «κρυφό σχολειό» και το 1821 με το «Δημητσανίτικο μπαρούτι» που παρασκεύαζε. Είναι πατρίδα του Εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄, του οποίου το άγαλμα δεσπόζει στην κεντρική πλατεία του χωριού, που υπήρξε δωρεά του Μαρασλή, και του Μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανού, όπου αμφοτέρων οι οικίες διασώζονται.

Στο μουσείο της Δημητσάνας που στεγάζεται στη Βιβλιοθήκη, εκτίθενται υφαντά, αργαλειοί, είδη λαϊκής τέχνης και αρχαιολογική συλλογή. Λίγο έξω από τη Δημητσάνα βρίσκεται και το Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης, που στόχο έχει την ανάδειξη των παραδοσιακών υδροκίνητων εγκαταστάσεων που παλιότερα ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένες στην περιοχή.

Το 963 μ.Χ. ιδρύεται η Μονή Φιλοσόφου 2,5 χιλιόμετρα έξω από τη Δημητσάνα. Το όνομα Δημητσάνα αναφέρεται για πρώτη φορά το 967 μ.Χ. σε πατριαρχικό έγγραφο σχετικό με την Μονή Φιλοσόφου. Το 1764 ένας σοφός καλόγερος, ο Αγάπιος, έχτισε βιβλιοθήκη και μετέφερε τα βιβλία από το μοναστήρι. Η βιβλιοθήκη μεγάλωνε συνεχώς μέχρι το 1821, γιατί το Πατριαρχείο έδινε νέα βιβλία καθώς στη Δημητσάνα λειτουργούσε ιερατική σχολή που έγινε γνωστή με τ’ όνομα «Φροντιστήριο Ελληνικών Γραμμάτων». Η σχολή της Δημητσάνας λειτούργησε από το 1764 και από αυτή αποφοίτησαν πολλοί μητροπολίτες και λόγιοι, ανάμεσά τους ο Γρηγόριος ο Ε’ και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. Κατά τη διάρκεια του αγώνα του 1821, μεγάλο μέρος της βιβλιοθήκης καταστράφηκε, γιατί οι Έλληνες χρειάζονταν το χαρτί για να φτιάχνουν φυσέκια.

Το μπαρούτι

Στην Αρκαδία και συγκεκριμένα το χωριό της Δημητσάνας αποτέλεσε τον σημαντικότερο κέντρο παραγωγής μπαρούτι κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης. Είχαν κατασκευαστεί 14 μπαρουτόμυλοι στην περιοχή του ΆΙ-Γιάννη στην Δημητσάνα από τους οποίος παράγονταν κάθε μέρα 300 οκάδες μπαρούτι. Ποσότητα πολύ μεγάλη και σημαντική αλλά και ταυτόχρονα πολύ καλής ποιότητας. Αρχικά οι κάτοικοι της Δημητσάνας έφτιαχναν μπαρούτι μόνο για τον εαυτό τους αλλά σύντομα κάλυπταν ανάγκες και άλλων περιοχών κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης ενώ μετέφεραν την τέχνη από γενιά σε γενιά.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης σε μια από τις επιστολές του, ανέφερε :
«Μπαρούτη είχομεν, έκαμνε η Δημητσάνα. Του μπαρουτιού την υπόθεση, την είχαν πάρει απάνου τους τα αδέρφια Σπηλιωτόπουλοι και δια να δουλεύσουν την μπαρούτη δεν επαίρναμε πολλούς Δημητζανίτες εις το στρατόπεδο, τους αφήναμε δια αυτήν την δούλευσιν».

Αυτό που ήταν σημαντικό ήταν ότι ναι μεν την κατασκεύαζαν σε ποσότητα αλλά έπρεπε να φροντίζουν να την κρύβουν για να μην εντοπιστεί από τους Τούρκους. Η διακίνηση του μπαρουτιού είχε κανονιστεί από ντόπιους αγωγιάτες σε άλλα μέρη της Πελοποννήσου, στην Στερεά Ελλάδα, στη Θεσσαλία και την Ήπειρο.

Τα κύρια συστατικά για την παρασκευή της πυρίτιδας ήταν το νίτρο, το θείο και το ξυλοκάρβουνο. Οι Δημητσανίτες, με ειδική επεξεργασία κοπριάς ζώων που έβρισκαν σε διάφορες σπηλιές, παρασκεύαζαν το νίτρο για τις ανάγκες της πυριτιδοποιίας. Όταν μάλιστα οι πηγές στην περιοχή τους εξαντλούνταν, αναζητούσαν την πολύτιμη πρώτη ύλη και σε άλλα μέρη, όπως στη Μονεμβασία και την Αττική.

Για την παραγωγή του νίτρου από τις κοπριές, οι τεχνίτες ακολουθούσαν μία χρονοβόρα και δύσκολη διαδικασία, βράζοντας την κοπριά μέσα σε μεγάλα καζάνια. Με αυτόν τον τρόπο η παραγωγή νίτρου είχε αρκετές δυσχέρειες, τόσο λόγω των ιδιαιτεροτήτων της τεχνικής όσο και για πρακτικούς λόγους. Οι τεχνίτες έπρεπε συχνά να ταξιδεύουν σε μακρινές και απόκρημνες περιοχές, φέροντας όλα τα απαιτούμενα σύνεργα και, στη συνέχεια, να επιστρέψουν στον τόπο τους, μεταφέροντας τις ποσότητες νίτρου που είχε παραχθεί.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με τις εξαιρετικά μεγάλες ποσότητες πυρίτιδας που παρασκευάστηκαν για τις ανάγκες του Αγώνα, φαίνεται να επικρατεί η άποψη ότι οι μεγαλύτερες ποσότητες νίτρου αποτέλεσαν εισαγωγές από το εξωτερικό, για τις οποίες μεριμνούσαν οι Σπηλιωτόπουλοι, παρά τις δυσκολίες και τις απαγορεύσεις που υπήρχαν.

Το θειάφι, το δεύτερο συστατικό της μπαρούτης, θεωρείτο και εκείνο, όπως το νίτρο, «πολεμικό υλικό» και η διακίνησή του ήταν ελεγχόμενη. Ωστόσο, ήταν περισσότερο εύκολο να βρεθεί, καθώς χρησιμοποιείτο από τους αμπελουργούς και έτσι μπορούσε ευκολότερα να αιτιολογηθεί η προμήθειά του.

Τέλος, ο ξυλάνθρακας προερχόταν από την ατελή καύση ξύλων. Για την παραγωγή του χρησιμοποιούνταν ξύλα ιτιάς, λεύκας, ελάτου και άλλα «ελαφρά» ξύλα.

Στη συνέχεια, όλα τα υλικά αναμειγνύονταν με συγκεκριμένες αναλογίες, που παρουσίαζαν μικρές διαφοροποιήσεις, αναλόγως του παραγωγού, ή της σκοπούμενης χρήσης, και κατόπιν μιας συγκεκριμένης επεξεργασίας παρασκευαζόταν η πυρίτιδα.

Η άγνωστη ιστορία του χωριού που ξεγέλασε τους Τούρκους. Οι Τούρκοι δεν κατάφεραν να εντοπίσουν ούτε ίχνος πυρίτιδας στη Δημητσάνα αλλά επέβαλαν σε μερικούς μπαρουξήδες να πάνε στην Τριπολιτσά και να δώσουν τη συνταγή της παραγωγής. Ωστόσο εκείνοι λειτούργησαν ακόμη πιο πονηρά. Με κίνδυνο της ζωής τους, παρασκεύασαν μπαρούτι πολύ κακής ποιότητας. Έτσι στη μάχη στο Βαλτέτσι το Μάιο του 1821, οι Τούρκοι υπέστησαν κυριολεκτικά μια πανωλεθρία.

 

Πηγή:Michael Miller, wikipedia

Το άρθρο Δημητσάνα | Το χωριό που τροφοδοτούσε μπαρούτι την Επανάσταση του 1821 (vid) εμφανίστηκε πρώτα στο Πελοποννησιακό Πρακτορείο Ειδήσεων.